Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eyehole
01
παρατηρητήριο, τρυπάκι παρακολούθησης
a hole (in a door or an oven etc) through which you can peep
02
τρυπάκι, τρύπα για κορδόνι
a small hole (usually round and finished around the edges) in cloth or leather for the passage of a cord or hook or bar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eyeholes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eyehole
eye
hole



























