eyebrow
eye
ai
brow
braʊ
braw
highbrow

Ορισμός και σημασία του "eyebrow"στα αγγλικά

01

φρύδι, αψίδα του φρυδιού

one of the two lines of hair that grow above one's eyes 
eyebrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyebrows
Παραδείγματα
He had a habit of raising one eyebrow when he was skeptical. 

Είχε τη συνήθεια να σηκώνει ένα φρύδι όταν ήταν σκεπτικός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store