eyebrow
Pronunciation
/ˈaɪˌbɹaʊ/

Ορισμός και σημασία του "eyebrow"στα αγγλικά

01

φρύδι, αψίδα του φρυδιού

one of the two lines of hair that grow above one's eyes
eyebrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyebrows
Παραδείγματα
She used a small brush to comb her eyebrows into shape.
Χρησιμοποίησε ένα μικρό πινέλο για να χτενίσει τα φρύδια της σε σχήμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store