to extrude
ext
ˈɪkst
ikst
rude
ru:d
rood
bedewedrenewedaccruedexclude

Ορισμός και σημασία του "extrude"στα αγγλικά

to extrude
01

εξώθηση, να αναγκάσει ή να διαμορφώσει ένα υλικό μέσα από ένα καλούπι

to force or shape a material, often a plastic or metal, through a die or a mold to create a specific form 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extrude
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrudes
ενεστώτα μετοχή
extruding
απλός αόριστος
extruded
παθητική μετοχή
extruded
Παραδείγματα
The manufacturer used a specialized machine to extrude molten plastic into thin, flexible sheets for packaging. 

Ο κατασκευαστής χρησιμοποίησε μια εξειδικευμένη μηχανή για να εξώσει λιωμένο πλαστικό σε λεπτά, εύκαμπτα φύλλα για συσκευασία.

Λεξικό Δέντρο

extrusion
extrusive
extrude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store