Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extrude
01
εξώθηση, να αναγκάσει ή να διαμορφώσει ένα υλικό μέσα από ένα καλούπι
to force or shape a material, often a plastic or metal, through a die or a mold to create a specific form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extrude
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrudes
ενεστώτα μετοχή
extruding
απλός αόριστος
extruded
παθητική μετοχή
extruded
Παραδείγματα
In the production of metal pipes, manufacturers extrude molten metal through dies to achieve specific dimensions.
Στην παραγωγή μεταλλικών σωλήνων, οι κατασκευαστές εξώθουν το λιωμένο μέταλλο μέσω καλουπιών για να επιτύχουν συγκεκριμένες διαστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
extrusion
extrusive
extrude



























