Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extroverted
01
εκστρεφής, κοινωνικός
at ease in talking to others
02
εξωστρεφής, κοινωνικός
describing someone who is outgoing, sociable, and enjoys being around other people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extroverted
συγκριτικός βαθμός
more extroverted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt more extroverted after joining the drama club.
Ένιωθε πιο εκστρεφής αφού μπήκε στο θέατρο.
03
εκστρεφής, κοινωνικός
being concerned with the social and physical environment



























