extremism
ext
ˈɪkst
ikst
re
ri:
ri
mi
mi
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "extremism"στα αγγλικά

01

εξτρεμισμός, ριζοσπαστισμός

religious or political actions, beliefs, or ideas that most people find them extreme, unreasonable, and abnormal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The rise of political extremism in the region has led to increased tensions and conflicts among communities. 

Η άνοδος του πολιτικού εξτρεμισμού στην περιοχή έχει οδηγήσει σε αυξημένες εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κοινοτήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

extremism
extreme
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store