Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extravagance
01
σπατάλη, εξωφρενικότητα
the act of spending money excessively and unnecessarily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extravagances
Παραδείγματα
Her extravagance in decorating the house for every holiday is both impressive and overwhelming.
Η υπερβολή της στο να διακοσμεί το σπίτι για κάθε γιορτή είναι ταυτόχρονα εντυπωσιακή και συγκλονιστική.
02
εκτροπή, σπατάλη
the trait of spending extravagantly
03
εκκεντρικότητα, σπατάλη
the quality of exceeding the appropriate limits of decorum or probability or truth
Λεξικό Δέντρο
extravagancy
extravagance
extravag



























