Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extrapolate
01
προεκτείνω, προβλέπω
to estimate something using past experiences or known data
Transitive: to extrapolate an outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extrapolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrapolates
ενεστώτα μετοχή
extrapolating
απλός αόριστος
extrapolated
παθητική μετοχή
extrapolated
Παραδείγματα
The economist extrapolated the impact of the policy on the nation ’s economy.
Ο οικονομολόγος παρέκτεινε την επίδραση της πολιτικής στην οικονομία του έθνους.
02
παρεκτείνω, συμπεραίνω
to use existing yet insufficient data to make guesses about things that have not yet been observed
Transitive: to extrapolate sth
Παραδείγματα
By analyzing the fossil record, researchers extrapolated how the species evolved over time.
Αναλύοντας το αρχείο απολιθωμάτων, οι ερευνητές εξωράιζαν πώς το είδος εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
extrapolation
extrapolate



























