Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extracurricular
01
εκπαιδευτικός, εκτός προγράμματος σπουδών
involving activities or responsibilities outside one's regular job or profession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His extracurricular commitments included serving on the board of a local charity.
Οι εξωσχολικές δεσμεύσεις του περιλάμβαναν την υπηρεσία στο διοικητικό συμβούλιο μιας τοπικής φιλανθρωπικής οργάνωσης.
1.1
εξωσυζυγικός, παράλληλος
(of a relationship) happening outside a primary relationship or commitment
Παραδείγματα
He was involved in an extracurricular affair that complicated his personal life.
Ήταν εμπλεκόμενος σε μια εξωσυζυγική σχέση που περιέπλεξε την προσωπική του ζωή.
02
εξωσχολικός, εκτός προγράμματος σπουδών
not included in the regular course of study at a college or school
Παραδείγματα
She participated in several extracurricular activities, including the debate team and the school newspaper.
Συμμετείχε σε πολλές εσπερινές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας συζητήσεων και της σχολικής εφημερίδας.



























