extracurricular
ext
ɛkst
εκστ
ra
ρα
cu
κα
rric
rɪk
ρικ
u
γα
lar
lər
λαρ
British pronunciation
/ˌɛkstrə kəˈrɪkjʊlər/

Ορισμός και σημασία του "extracurricular"στα αγγλικά

extracurricular
01

εκπαιδευτικός, εκτός προγράμματος σπουδών

involving activities or responsibilities outside one's regular job or profession
example
Παραδείγματα
She was involved in extracurricular activities like volunteering and sports, in addition to her full-time job.
Συμμετείχε σε εξωσχολικές δραστηριότητες όπως η εθελοντική εργασία και ο αθλητισμός, εκτός από την πλήρη απασχόλησή της.
1.1

εξωσυζυγικός, παράλληλος

(of a relationship) happening outside a primary relationship or commitment
example
Παραδείγματα
She found out about his extracurricular involvement with a colleague, which led to their breakup.
Έμαθε για τη εξωσχολική του εμπλοκή με έναν συνάδελφο, που οδήγησε στον χωρισμό τους.
02

εξωσχολικός, εκτός προγράμματος σπουδών

not included in the regular course of study at a college or school
example
Παραδείγματα
He balanced his academic coursework with extracurricular commitments, such as volunteering at a local charity.
Εξισορρόπησε την ακαδημαϊκή του εργασία με εκπαιδευτικές δραστηριότητες, όπως η εθελοντική εργασία σε μια τοπική φιλανθρωπική οργάνωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store