extolment
ex
ˈɪks
iks
tol
təʊl
tewl
ment
mənt
mēnt
enrollment

Ορισμός και σημασία του "extolment"στα αγγλικά

01

έπαινος, εκθειάσμος

an expression of approval and commendation 
extolment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
extolments

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

extolment
extol
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store