Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extolment
01
έπαινος, εκθειάσμος
an expression of approval and commendation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
extolments
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
extolment
extol



























