Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extol
01
εξυμνώ, εκθειάζω
to praise highly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extol
γ΄ ενικό πρόσωπο
extols
ενεστώτα μετοχή
extolling
απλός αόριστος
extolled
παθητική μετοχή
extolled
Παραδείγματα
The CEO used the annual meeting to extol the company's accomplishments and the dedication of its employees.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος χρησιμοποίησε την ετήσια συνάντηση για να εκθειάσει τα επιτεύγματα της εταιρείας και την αφοσίωση των εργαζομένων της.
Λεξικό Δέντρο
extoller
extolment
extol



























