Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extol
01
εξυμνώ, εκθειάζω
to praise highly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extol
γ΄ ενικό πρόσωπο
extols
ενεστώτα μετοχή
extolling
απλός αόριστος
extolled
παθητική μετοχή
extolled
Παραδείγματα
The coach took a moment to extol the team's exceptional performance during the championship game.
Ο προπονητής πήρε μια στιγμή για να εκθειάσει την εξαιρετική απόδοση της ομάδας κατά τη διάρκεια του αγώνα πρωταθλήματος.
Λεξικό Δέντρο
extoller
extolment
extol



























