to extol
Pronunciation
/ɪkˈstoʊɫ/

Ορισμός και σημασία του "extol"στα αγγλικά

to extol
01

εξυμνώ, εκθειάζω

to praise highly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extol
γ΄ ενικό πρόσωπο
extols
ενεστώτα μετοχή
extolling
απλός αόριστος
extolled
παθητική μετοχή
extolled
Παραδείγματα
The CEO used the annual meeting to extol the company's accomplishments and the dedication of its employees.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος χρησιμοποίησε την ετήσια συνάντηση για να εκθειάσει τα επιτεύγματα της εταιρείας και την αφοσίωση των εργαζομένων της.

Λεξικό Δέντρο

extoller
extolment
extol
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store