Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
external
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building’s external walls were insulated to improve energy efficiency.
Οι εξωτερικοί τοίχοι του κτιρίου μονώθηκαν για να βελτιωθεί η ενεργειακή απόδοση.
02
εξωτερικός, εξωγενής
relating to a source outside a specific situation or context
Παραδείγματα
During a business negotiation, external factors such as market conditions and economic trends can influence the outcome.
Κατά τη διάρκεια μιας επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης, εξωτερικοί παράγοντες όπως οι συνθήκες της αγοράς και οι οικονομικές τάσεις μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Παραδείγματα
The external appearance of the building was impressive, with its modern architecture and sleek design.
Η εξωτερική εμφάνιση του κτιρίου ήταν εντυπωσιακή, με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική και το κομψό σχεδιασμό του.
04
ξένος, εξωτερικός
involving or relating to other countries
Παραδείγματα
The government discussed external trade agreements.
Η κυβέρνηση συζήτησε εξωτερικές εμπορικές συμφωνίες.
05
επιφανειακός, εξωτερικός
appearing superficial or concerned only with outward aspects
Παραδείγματα
Her interest in the project seemed purely external.
Το ενδιαφέρον της για το έργο φαινόταν καθαρά εξωτερικό.
External
01
εξωτερική όψη, εξωτερικό
the outward or visible features of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
externals
Παραδείγματα
The external of the building was freshly painted.
Το εξωτερικό του κτιρίου είχε πρόσφατα βαφτεί.
Λεξικό Δέντρο
externality
externalize
externally
external



























