Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exterminate
01
εξοντώνω, αφανίζω
to destroy completely
Transitive: to exterminate sb/sth
Παραδείγματα
The ruthless dictator sought to exterminate any opposition to his regime.
Ο αδίστακτος δικτάτορας επιδίωξε να εξοντώσει οποιαδήποτε αντιπολίτευση στο καθεστώς του.
02
εξοντώνω, εξαλείφω
to kill pests, such as insects or rodents
Transitive: to exterminate pests
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exterminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exterminates
ενεστώτα μετοχή
exterminating
απλός αόριστος
exterminated
παθητική μετοχή
exterminated
Παραδείγματα
The farmer used traps to exterminate the rats in the barn.
Ο αγρότης χρησιμοποίησε παγίδες για να εξοντώσει τους αρουραίους στο αχυρώνα.
Λεξικό Δέντρο
exterminated
extermination
exterminator
exterminate
extermin



























