expulsion
Pronunciation
/ɪkˈspəɫʃən/

Ορισμός και σημασία του "expulsion"στα αγγλικά

01

απέλαση, αποβολή

the act of expelling or forcing someone to leave a particular place, especially a school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expulsions
Παραδείγματα
The committee discussed the expulsion of the disruptive student from the program.
Η επιτροπή συζήτησε την αποβολή του διαταρακτικού μαθητή από το πρόγραμμα.
02

απέλαση, εκδίωξη

the act of forcing someone to leave a place, especially a country
Παραδείγματα
The controversial law led to the expulsion of many immigrants from the country.
Ο αμφιλεγόμενος νόμος οδήγησε στην απέλαση πολλών μεταναστών από τη χώρα.
03

απέλαση, εκδίωξη

squeezing out by applying pressure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store