explorer
exp
ˈɪksp
iksp
lo
lɔ:
law
rer
ər
ēr
exploiter

Ορισμός και σημασία του "explorer"στα αγγλικά

01

εξερευνητής, περιηγητής

a person who visits unknown places to find out more about them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
explorers
Παραδείγματα
Early explorers played a key role in discovering new continents. 

Οι εξερευνητές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανακάλυψη νέων ηπείρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store