Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Explorer
01
εξερευνητής, περιηγητής
a person who visits unknown places to find out more about them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
explorers
Παραδείγματα
She dreamed of becoming an explorer and traveling to remote islands.
Ονειρευόταν να γίνει εξερευνήτρια και να ταξιδέψει σε απομακρυσμένα νησιά.
Λεξικό Δέντρο
explorer
explore



























