expiate
ex
ˈɛks
εκσ
piate
ˌpieɪt
πιειτ
/ɛkspɪˈe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "expiate"στα αγγλικά

to expiate
01

εξιλεώνω, αποζημιώνω

to make amends for one's wrongdoings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expiates
ενεστώτα μετοχή
expiating
απλός αόριστος
expiated
παθητική μετοχή
expiated
Παραδείγματα
The company took steps to expiate its role in the environmental disaster by funding clean-up efforts.
Η εταιρεία έλαβε μέτρα για να εξιλεωθεί για τον ρόλο της στην περιβαλλοντική καταστροφή χρηματοδοτώντας τις προσπάθειες καθαρισμού.

Λεξικό Δέντρο

expiation
expiative
expiatory
expiate
expi
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store