to expiate
ex
ˈɛks
eks
piate
ˌpieɪt
pieit

Ορισμός και σημασία του "expiate"στα αγγλικά

to expiate
01

εξιλεώνω, αποζημιώνω

to make amends for one's wrongdoings 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expiates
ενεστώτα μετοχή
expiating
απλός αόριστος
expiated
παθητική μετοχή
expiated
Παραδείγματα
He sought to expiate his mistakes by volunteering at the local shelter. 

Αναζήτησε να εξιλεωθεί για τα λάθη του εργαζόμενος ως εθελοντής στο τοπικό καταφύγιο.

Λεξικό Δέντρο

expiation
expiative
expiatory
expiate
expi
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store