Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expiate
01
εξιλεώνω, αποζημιώνω
to make amends for one's wrongdoings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expiates
ενεστώτα μετοχή
expiating
απλός αόριστος
expiated
παθητική μετοχή
expiated
Παραδείγματα
The company took steps to expiate its role in the environmental disaster by funding clean-up efforts.
Η εταιρεία έλαβε μέτρα για να εξιλεωθεί για τον ρόλο της στην περιβαλλοντική καταστροφή χρηματοδοτώντας τις προσπάθειες καθαρισμού.
Λεξικό Δέντρο
expiation
expiative
expiatory
expiate
expi



























