Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expiate
01
εξιλεώνω, αποζημιώνω
to make amends for one's wrongdoings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expiates
ενεστώτα μετοχή
expiating
απλός αόριστος
expiated
παθητική μετοχή
expiated
Παραδείγματα
He sought to expiate his mistakes by volunteering at the local shelter.
Αναζήτησε να εξιλεωθεί για τα λάθη του εργαζόμενος ως εθελοντής στο τοπικό καταφύγιο.
Λεξικό Δέντρο
expiation
expiative
expiatory
expiate
expi



























