Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
experimental
01
πειραματικός
relating to or involving scientific experiments, especially those designed to test hypotheses or explore new ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The experimental study investigated the effects of meditation on stress levels.
Η πειραματική μελέτη διερεύνησε τις επιπτώσεις του διαλογισμού στα επίπεδα στρες.
02
πειραματικός, σε πειραματικό στάδιο
pertaining to the process of undergoing or being used in an experiment
Παραδείγματα
The drug is still in the experimental phase.
Το φάρμακο βρίσκεται ακόμη στη πειραματική φάση.
Λεξικό Δέντρο
experimentally
experimental
experiment



























