Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expected
01
αναμενόμενος, προβλεπόμενος
anticipated or predicted to happen based on previous knowledge or assumptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expected
συγκριτικός βαθμός
more expected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The arrival of the package was expected within three to five business days after placing the order.
Η άφιξη του πακέτου αναμενόταν εντός τριών έως πέντε εργάσιμων ημερών μετά την παραγγελία.
Λεξικό Δέντρο
expectedness
unexpected
expected
expect



























