Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expected
01
αναμενόμενος, προβλεπόμενος
anticipated or predicted to happen based on previous knowledge or assumptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expected
συγκριτικός βαθμός
more expected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The students were prepared for the expected test questions after studying the material thoroughly.
Οι μαθητές ήταν προετοιμασμένοι για τις αναμενόμενες ερωτήσεις του τεστ μετά από τη διεξοδική μελέτη του υλικού.
Λεξικό Δέντρο
expectedness
unexpected
expected
expect



























