Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expectorate
01
αποβάλλω φλέγμα, φτύνω
to cough and spit a kind of thick, liquid substance out of the lungs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expectorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expectorates
ενεστώτα μετοχή
expectorating
απλός αόριστος
expectorated
παθητική μετοχή
expectorated
Παραδείγματα
The patient was told to expectorate the mucus to clear his airways.
Στον ασθενή ειπώθηκε να εκχέει το βλέννα για να καθαρίσει τις αναπνευστικές του οδούς.
Λεξικό Δέντρο
expectoration
expectorator
expectorate



























