expectant
Pronunciation
/ɪkˈspɛktənt/

Ορισμός και σημασία του "expectant"στα αγγλικά

01

έγκυος, σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης

in an advanced stage of pregnancy
expectant definition and meaning
02

αναμενόμενος, ανυπόμονος

marked by eager anticipation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expectant
συγκριτικός βαθμός
more expectant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store