expat
ex
ɛks
εκσ
pat
ˈpæt
παιτ
/ɛkspˈæt/

Ορισμός και σημασία του "expat"στα αγγλικά

01

εξωτερικού, εξπάτ

a person who resides outside their native country, often for work or personal reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expats
Παραδείγματα
The expat missed his hometown but appreciated the opportunities he found overseas.
Ο μετανάστης νοσταλγούσε την πατρίδα του αλλά εκτιμούσε τις ευκαιρίες που βρήκε στο εξωτερικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store