exorbitance
ex
ɪg
ιγκ
or
ˈzɔ:
ζο
bi
μπι
tance
təns
τανσ

Ορισμός και σημασία του "exorbitance"στα αγγλικά

01

υπερβολή, ασυδοσία

a behavior or an action that goes beyond what is considered reasonable, appropriate, or customary 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In an act of exorbitance, the CEO of the company purchased a private jet using company funds. 

Σε μια πράξη υπερβολής, ο CEO της εταιρείας αγόρασε ένα ιδιωτικό τζετ χρησιμοποιώντας τα χρήματα της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exorbitance
exorbit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store