Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Existence
01
ύπαρξη, ον
the fact or state of existing or being objectively real
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Philosophers have long debated the nature of existence and what it means to be alive.
Οι φιλόσοφοι έχουν συζητήσει εδώ και πολύ καιρό τη φύση της ύπαρξης και τι σημαίνει να είσαι ζωντανός.
02
ύπαρξη, ον
everything that exists anywhere
03
ύπαρξη, τρόπος ζωής
a particular way of living
Λεξικό Δέντρο
coexistence
nonexistence
preexistence
existence
exist



























