Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exhilarate
01
εξιτάρω, ευχαριστώ
to make one feel extremely excited, pleased, and delighted
Transitive: to exhilarate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exhilarate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhilarates
ενεστώτα μετοχή
exhilarating
απλός αόριστος
exhilarated
παθητική μετοχή
exhilarated
Παραδείγματα
The thrilling roller coaster ride exhilarated the riders, leaving them with a rush of excitement.
Η συναρπαστική βόλτα με το τρενάκι ενθουσίασε τους επιβάτες, αφήνοντάς τους με ένα κύμα ενθουσιασμού.
Λεξικό Δέντρο
exhilarated
exhilarating
exhilaration
exhilarate



























