Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exhilarate
01
εξιτάρω, ευχαριστώ
to make one feel extremely excited, pleased, and delighted
Transitive: to exhilarate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exhilarate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhilarates
ενεστώτα μετοχή
exhilarating
απλός αόριστος
exhilarated
παθητική μετοχή
exhilarated
Παραδείγματα
The unexpected good news exhilarated her, making her day brighter.
Τα απρόσμενα καλά νέα την ενθουσίασαν, κάνοντας τη μέρα της πιο φωτεινή.
Λεξικό Δέντρο
exhilarated
exhilarating
exhilaration
exhilarate



























