Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhibition hall
01
αίθουσα εκθέσεων, εκθεσιακός χώρος
a large hall for holding exhibitions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
exhibition halls
LanGeek



























