Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhaust pipe
01
σωλήνας εξαγωγής, σωλήνας αποχετεύσεως
a pipe through which burned gases travel from the exhaust manifold to the muffler
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
exhaust pipes
LanGeek



























