exhalation
ex
ˌɛks
eks
ha
la
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn
exhumationexhaustion

Ορισμός και σημασία του "exhalation"στα αγγλικά

01

εκπνοή, ανάσα

the act of expelling air from the lungs 
exhalation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exhalations
02

εκπνοή, εκπνεόμενο ανάσα

exhaled breath 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store