exempt
ex
ɪg
ig
empt
ˈzɛmpt
zempt
kemptunkempttemptattempt

Ορισμός και σημασία του "exempt"στα αγγλικά

01

απαλλαγμένος, εξαιρούμενος

(of a person) not subject to an obligation, duty, or liability that applies to others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Firefighters are exempt from paying parking tickets while on duty. 

Οι πυροσβέστες απαλλάσσονται από την πληρωμή των κλήσεων στάθμευσης εν ώρα υπηρεσίας.

02

απαλλαγμένος, αφορολόγητος

(of goods, income, or funds) not subject to taxation or levies 
Παραδείγματα
Charitable donations are exempt from federal income tax. 

Οι φιλανθρωπικές δωρεές απαλλάσσονται από τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος.

to exempt
01

απαλλάσσω, εξαιρώ

to officially excuse someone from a requirement or obligation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exempt
γ΄ ενικό πρόσωπο
exempts
ενεστώτα μετοχή
exempting
απλός αόριστος
exempted
παθητική μετοχή
exempted
Παραδείγματα
The government announced a program to exempt low-income families from certain property taxes. 

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα για να απαλλάξει τις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα από ορισμένους φόρους ακινήτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store