exempt
Pronunciation
/ɪɡˈzɛmpt/

Ορισμός και σημασία του "exempt"στα αγγλικά

01

απαλλαγμένος, εξαιρούμενος

(of a person) not subject to an obligation, duty, or liability that applies to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Certain religious groups may be exempt from military service.
Ορισμένες θρησκευτικές ομάδες μπορεί να είναι απαλλαγμένες από τη στρατιωτική θητεία.
02

απαλλαγμένος, αφορολόγητος

(of goods, income, or funds) not subject to taxation or levies
Παραδείγματα
Exempt goods include items for educational purposes.
Τα απαλλαγμένα αγαθά περιλαμβάνουν αντικείμενα για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
to exempt
01

απαλλάσσω, εξαιρώ

to officially excuse someone from a requirement or obligation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exempt
γ΄ ενικό πρόσωπο
exempts
ενεστώτα μετοχή
exempting
απλός αόριστος
exempted
παθητική μετοχή
exempted
Παραδείγματα
The government may exempt certain charitable organizations from paying income taxes.
Η κυβέρνηση μπορεί να απαλλάξει ορισμένες φιλανθρωπικές οργανώσεις από την πληρωμή φόρου εισοδήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store