exemplar
ex
ɪg
ig
emp
ˈzɛmp
zemp
lar
lɑ:
laa

Ορισμός και σημασία του "exemplar"στα αγγλικά

01

παράδειγμα, υπόδειγμα

a person or thing that serves as an excellent model or example of a particular quality or type 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exemplars
Παραδείγματα
The student's essay was an exemplar of clear and persuasive writing. 

Το δοκίμιο του μαθητή ήταν ένα παράδειγμα σαφούς και πειστικής γραφής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store