Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quintessence
01
πενταπλή ουσία, καθαρή ουσία
the most refined and concentrated form of a particular substance or quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quintessences
Παραδείγματα
The perfumer distilled the quintessence of rose oil to capture its purest fragrance.
Ο αρωματοποιός απόσταξε την κουιντέσενς του ελαίου τριαντάφυλλου για να συλλάβει την πιο αγνή του μυρωδιά.
Παραδείγματα
His leadership style was the quintessence of calm decisiveness under pressure.
Το στυλ ηγεσίας του ήταν η ουσία της ήρεμης αποφασιστικότητας υπό πίεση.
03
ουσία, πέμπτο στοιχείο
(in medieval and classical philosophy) the fifth and highest element believed to fill the heavens and compose celestial bodies, beyond earth, water, air, and fire
Παραδείγματα
Renaissance alchemists searched for the quintessence they believed animated the stars.
Οι αλχημιστές της Αναγέννησης αναζητούσαν την πεντάδα που πίστευαν ότι ζωογονεί τα αστέρια.
Λεξικό Δέντρο
quintessence
quint
essence



























