execration
ex
ˌɛk
εκ
ec
ˈsɪk
σικ
ra
reɪ
ρει
tion
ʃən
σαν
executionexpiration

Ορισμός και σημασία του "execration"στα αγγλικά

01

κατάρα, απέχθεια

hate coupled with disgust 
execration definition and meaning
02

κατάρα, αντικείμενο κατάρας

the target of condemnation and curses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
execrations
Παραδείγματα
The tyrant became the execration of the people due to his cruel policies. 

Ο τύραννος έγινε η κατάρα του λαού λόγω των σκληρών πολιτικών του.

03

κατάρα, επίκληση

an appeal to some supernatural power to inflict evil on someone or some group 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

execration
execrate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store