Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exchangeable
01
ανταλλάξιμος, αντικαταστάσιμος
capable of being exchanged for or replaced by something of equal value
02
ανταλλάξιμος, εναλλάξιμος
suitable to be exchanged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exchangeable
συγκριτικός βαθμός
more exchangeable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
goods, transactions, value
03
ανταλλάξιμος, ανταλλακτικός
capable of replacing or changing places with something else; permitting mutual substitution without loss of function or suitability
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
exchangeability
unexchangeable
exchangeable
exchange



























