excerpt
exc
ˈɛks
eks
erpt
ɜ:pt
ēpt
except

Ορισμός και σημασία του "excerpt"στα αγγλικά

01

απόσπασμα

a short piece taken from a longer composition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excerpts
to excerpt
01

αποσπάω, επιλέγω

to select and extract a passage, segment, or portion from a larger text, usually for reference or quotation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excerpt
γ΄ ενικό πρόσωπο
excerpts
ενεστώτα μετοχή
excerpting
απλός αόριστος
excerpted
παθητική μετοχή
excerpted
Παραδείγματα
The author excerpted a compelling passage from her latest novel for promotional purposes. 

Η συγγραφέας απέσπασε ένα συναρπαστικό απόσπασμα από το τελευταίο της μυθιστόρημα για προωθητικούς σκοπούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store