excerpt
Pronunciation
/ˈɛksɝpt/, /ɛkˈsɝpt/

Ορισμός και σημασία του "excerpt"στα αγγλικά

01

απόσπασμα

a short piece taken from a longer composition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excerpts
to excerpt
01

αποσπάω, επιλέγω

to select and extract a passage, segment, or portion from a larger text, usually for reference or quotation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excerpt
γ΄ ενικό πρόσωπο
excerpts
ενεστώτα μετοχή
excerpting
απλός αόριστος
excerpted
παθητική μετοχή
excerpted
Παραδείγματα
The teacher asked the students to excerpt relevant paragraphs from the textbook for their essays.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να αποσπάσουν σχετικές παραγράφους από το σχολικό βιβλίο για τις εργασίες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store