Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excerpt
01
απόσπασμα
a short piece taken from a longer composition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excerpts
to excerpt
01
αποσπάω, επιλέγω
to select and extract a passage, segment, or portion from a larger text, usually for reference or quotation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excerpt
γ΄ ενικό πρόσωπο
excerpts
ενεστώτα μετοχή
excerpting
απλός αόριστος
excerpted
παθητική μετοχή
excerpted
Παραδείγματα
The author excerpted a compelling passage from her latest novel for promotional purposes.
Η συγγραφέας απέσπασε ένα συναρπαστικό απόσπασμα από το τελευταίο της μυθιστόρημα για προωθητικούς σκοπούς.



























