Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exceptional
01
εξαιρετικός, εξαιρετική
significantly better or greater than what is typical or expected
Παραδείγματα
His exceptional skills as a pianist earned him numerous awards.
Οι εξαιρετικές του δεξιότητες ως πιανίστα του χάρισαν πολλά βραβεία.
02
εξαιρετικός, εξαίρετος
standing out due to uniqueness, surpassing the usual standard
Παραδείγματα
His exceptional work ethic set him apart from his colleagues.
Η εξαιρετική του εργασιακή ηθική τον διαφοροποίησε από τους συναδέλφους του.
Λεξικό Δέντρο
exceptionally
unexceptional
exceptional
exception
except



























