Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evolutionarily
01
εξελικτικά, με σταθερή και σταδιακή εξέλιξη
with a gradual and steady development and change over an extended period
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The species adapted evolutionarily to survive in its changing environment.
Το είδος προσαρμόστηκε εξελικτικά για να επιβιώσει στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον του.
Λεξικό Δέντρο
evolutionarily
evolutionary
evolution



























