evocative
e
ɪ
ι
vo
ˈvɒ
βο
ca
κα
tive
tɪv
τιβ
provocative

Ορισμός και σημασία του "evocative"στα αγγλικά

01

απομνημονευτικός, υποδηλωτικός

bringing strong memories, emotions, or images to mind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most evocative
συγκριτικός βαθμός
more evocative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
memory, emotion, perception
Παραδείγματα
The evocative scent of freshly baked bread reminded him of his childhood. 

Η απομνημονευτική μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού του θύμισε την παιδική του ηλικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

evocative
evocat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store