Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evince
01
εκδηλώνω, εκφράζω
to clearly express or show a feeling, quality, or attitude through words, actions, or appearance
Transitive: to evince a quality or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evince
γ΄ ενικό πρόσωπο
evinces
ενεστώτα μετοχή
evincing
απλός αόριστος
evinced
παθητική μετοχή
evinced
Παραδείγματα
He evinced genuine interest in the welfare of his employees.
Εξέφρασε γνήσιο ενδιαφέρον για την ευημερία των υπαλλήλων του.



























