Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evince
01
εκδηλώνω, εκφράζω
to clearly express or show a feeling, quality, or attitude through words, actions, or appearance
Transitive: to evince a quality or feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evince
γ΄ ενικό πρόσωπο
evinces
ενεστώτα μετοχή
evincing
απλός αόριστος
evinced
παθητική μετοχή
evinced
Παραδείγματα
His writings evince a deep understanding of human nature.
Τα γραπτά του δείχνουν μια βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης.



























