Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
everyday
Παραδείγματα
The everyday noise of traffic outside her window barely fazes her anymore.
Ο καθημερινός θόρυβος της κυκλοφορίας έξω από το παράθυρό της δεν την ενοχλεί πια.
02
καθημερινός, συνηθισμένος
suitable or practical for regular, daily use, rather than for special occasions
Παραδείγματα
Her everyday bag is spacious and practical, ideal for carrying all her essentials.
Η καθημερινή τσάντα της είναι ευρύχωρη και πρακτική, ιδανική για να μεταφέρει όλα τα απαραίτητα της.
03
καθημερινός, εξημερωμένος
happening or experienced regularly as a typical part of daily life
Παραδείγματα
Power outages in the area have sadly become an everyday event during storms.
Δυστυχώς, οι διακοπές ρεύματος στην περιοχή έχουν γίνει μια καθημερινή εκδήλωση κατά τις καταιγίδες.
Λεξικό Δέντρο
everydayness
everyday
every
day



























