everyday
eve
ˈɛv
ev
ry
ri
ri
day
deɪ
dei

Ορισμός και σημασία του "everyday"στα αγγλικά

01

καθημερινός, εξημερωμένος

taking place each day 
everyday definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most everyday
συγκριτικός βαθμός
more everyday
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Drinking coffee has become an everyday habit for him. 

Το να πίνει καφέ έχει γίνει μια καθημερινή συνήθεια για αυτόν.

02

καθημερινός, συνηθισμένος

suitable or practical for regular, daily use, rather than for special occasions 
everyday definition and meaning
Παραδείγματα
She prefers wearing comfortable, everyday clothes when running errands. 

Προτιμά να φοράει άνετα και καθημερινά ρούχα όταν κάνει δουλειές.

03

καθημερινός, εξημερωμένος

happening or experienced regularly as a typical part of daily life 
Παραδείγματα
Traffic jams are an everyday occurrence in the city during rush hour. 

Η κυκλοφοριακή συμφόρηση είναι μια καθημερινή εμφάνιση στην πόλη κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store