Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evangelize
01
ευαγγελίζομαι, κηρύττω το ευαγγέλιο
to attempt to persuade someone to embrace Christianity as their faith
Transitive: to evangelize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evangelize
γ΄ ενικό πρόσωπο
evangelizes
ενεστώτα μετοχή
evangelizing
απλός αόριστος
evangelized
παθητική μετοχή
evangelized
Παραδείγματα
During the outreach event, volunteers worked to evangelize the community, sharing the gospel.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης επικοινωνίας, οι εθελοντές εργάστηκαν για να ευαγγελίσουν την κοινότητα, μοιράζοντας το ευαγγέλιο.
02
ευαγγελίζομαι, κηρύττω το ευαγγέλιο
to share or proclaim the teachings of Christianity with the aim of spreading its message
Intransitive
Παραδείγματα
The missionary traveled to remote villages to evangelize and teach about the gospel.
Ο ιεραπόστολος ταξίδεψε σε απομακρυσμένα χωριά για να ευαγγελίσει και να διδάξει το ευαγγέλιο.
Λεξικό Δέντρο
evangelize
evangel



























