etiquette
e
ˈɛ
e
ti
ti
quette
kɛt
ket
étiquette

Ορισμός και σημασία του "etiquette"στα αγγλικά

01

εθιμοτυπία

a set of conventional rules or formal manners, usually in the form of ethical code 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
etiquettes
Παραδείγματα
Good etiquette is essential at formal dinners. 

Η εθιμοτυπία είναι απαραίτητη στις επίσημες δείπνους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store