Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ethnographer
01
εθνογράφος, ερευνητής στην εθνογραφία
a researcher who studies and records human cultures and societies through direct observation and interaction
Παραδείγματα
During his fieldwork, the ethnographer learned the local language to better communicate with the villagers.
Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς του, ο εθνογράφος έμαθε τη τοπική γλώσσα για να επικοινωνεί καλύτερα με τους χωρικούς.



























