ethnographer
Pronunciation
/ɛθnˈɑːɡɹəfɚ/

Ορισμός και σημασία του "ethnographer"στα αγγλικά

01

εθνογράφος, ερευνητής στην εθνογραφία

a researcher who studies and records human cultures and societies through direct observation and interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethnographers
Παραδείγματα
During his fieldwork, the ethnographer learned the local language to better communicate with the villagers.
Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς του, ο εθνογράφος έμαθε τη τοπική γλώσσα για να επικοινωνεί καλύτερα με τους χωρικούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store