Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ethnographer
01
εθνογράφος, ερευνητής στην εθνογραφία
a researcher who studies and records human cultures and societies through direct observation and interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethnographers
Παραδείγματα
The ethnographer spent two years living with the indigenous tribe to understand their customs and daily life.
Ο εθνογράφος πέρασε δύο χρόνια ζώντας με την ιθαγενή φυλή για να κατανοήσει τα έθιμα και την καθημερινή τους ζωή.



























