Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estranged
01
αποξενωμένος, μακρινός
caused to be unloved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most estranged
συγκριτικός βαθμός
more estranged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relationships, emotions, social
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
estranged
estrange



























