Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aesthetics
01
αισθητική
the branch of philosophy which deals with the nature of beauty and art
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aesthetics
aesthete



























