Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Esteem
01
εκτίμηση
the level of respect and admiration that one has for someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
εκτίμηση
a feeling of delighted approval and liking
03
εκτίμηση, σεβασμός
the condition of being honored (esteemed or respected or well regarded)
to esteem
01
εκτιμώ, σεβόμαι
to greatly admire or respect someone or something
Transitive: to esteem sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
esteem
γ΄ ενικό πρόσωπο
esteems
ενεστώτα μετοχή
esteeming
απλός αόριστος
esteemed
παθητική μετοχή
esteemed
Παραδείγματα
The employees greatly esteem their dedicated manager for her leadership and support.
Οι εργαζόμενοι εκτιμούν πολύ τον αφοσιωμένο τους διευθυντή για την ηγεσία και την υποστήριξή της.
02
εκτιμώ, θεωρώ
to view or assess something or someone in a certain way based on evaluation
Complex Transitive: to esteem sb/sth sb/sth
Παραδείγματα
She esteemed her grandmother a wise and compassionate mentor.
Εκτίμησε τη γιαγιά της ως μια σοφή και συμπονετική μέντορα.
Λεξικό Δέντρο
disesteem
esteem



























