amercement
a
ə
ē
mer
ˈmɜ:
cement
smənt
smēnt

Ορισμός και σημασία του "amercement"στα αγγλικά

01

πρόστιμο, οικονομική ποινή

a financial penalty imposed by a court or authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amercements
Παραδείγματα
The merchant faced amercement for violating the market regulations. 

Ο έμπορος αντιμετώπισε πρόστιμο για παράβαση των κανονισμών της αγοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

amercement
amerce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store