amercement
Pronunciation
/əˈmərsm(ə)nt/

Ορισμός και σημασία του "amercement"στα αγγλικά

01

πρόστιμο, οικονομική ποινή

a financial penalty imposed by a court or authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amercements
Παραδείγματα
The offender accepted the amercement without contest.
Ο παραβάτης δέχτηκε το πρόστιμο χωρίς αντίρρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store