amenity
Pronunciation
/əˈmɛnəti/

Ορισμός και σημασία του "amenity"στα αγγλικά

01

ευκολία, υπηρεσία

a feature or service that adds comfort or value to a place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amenities
Παραδείγματα
Access to public transportation is a key amenity for city dwellers.
Η πρόσβαση στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι μια βασική ευκολία για τους κατοίκους της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store