amendment
Pronunciation
/əˈmɛndmənt/

Ορισμός και σημασία του "amendment"στα αγγλικά

01

τροποποίηση, διόρθωση

the process of slightly changing something in order to fix or improve it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amendments
Παραδείγματα
The chef made a minor amendment to the dish, and it tasted much better.
Ο σεφ έκανε μια μικρή τροποποίηση στο πιάτο, και είχε πολύ καλύτερη γεύση.
02

τροποποίηση, αλλαγή

a formal change, addition, or alteration made to a law, contract, constitution, or other legal document
Παραδείγματα
The teacher made an amendment to the syllabus to include an extra assignment.
Ο δάσκαλος έκανε μια τροποποίηση στο αναλυτικό πρόγραμμα για να συμπεριλάβει μια επιπλέον εργασία.

Λεξικό Δέντρο

amendment
amend
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store