Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amendment
01
τροποποίηση, διόρθωση
the process of slightly changing something in order to fix or improve it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amendments
Παραδείγματα
I made a quick amendment to the recipe after realizing I forgot an ingredient.
Έκανα μια γρήγορη τροποποίηση στη συνταγή αφού συνειδητοποίησα ότι ξέχασα ένα συστατικό.
02
τροποποίηση, αλλαγή
a formal change, addition, or alteration made to a law, contract, constitution, or other legal document
Παραδείγματα
The proposed amendment to the constitution aims to guarantee equal rights for all citizens.
Η προτεινόμενη τροποποίηση του συντάγματος στοχεύει να εγγυηθεί ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες.
Λεξικό Δέντρο
amendment
amend



























