Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to equip
01
εξοπλίζω, εφοδιάζω
to provide with the tools, resources, or items necessary for a specific purpose or activity
Ditransitive: to equip sb/sth with tools or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
equip
γ΄ ενικό πρόσωπο
equips
ενεστώτα μετοχή
equipping
απλός αόριστος
equipped
παθητική μετοχή
equipped
Παραδείγματα
The fitness center is designed to equip gym-goers with a variety of exercise machines for their workouts.
Το γυμναστήριο έχει σχεδιαστεί για να εξοπλίζει τους επισκέπτες με μια ποικιλία μηχανημάτων άσκησης για τις προπονήσεις τους.
02
εξοπλίζω, προμηθεύω
to provide someone with the necessary knowledge, skills, tools, or resources to handle a situation or task
Ditransitive: to equip sb with skills or tools | to equip sb to do sth
Παραδείγματα
Coaching sessions are designed to equip athletes to perform at their best during competitions.
Οι συνεδρίες coaching σχεδιάζονται για να εξοπλίσουν τους αθλητές ώστε να αποδίδουν καλύτερα κατά τη διάρκεια των διαγωνισμών.
Λεξικό Δέντρο
equipment
equipped
equipping
equip



























