Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amelioration
01
βελτίωση
the improvement of a bad situation or condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The new policies led to the amelioration of working conditions, boosting employee morale.
Οι νέες πολιτικές οδήγησαν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ενισχύοντας το ηθικό των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
amelioration
ameliorate
amelior



























